αὐτοδάξ

αὐτ-οδάξ, Adv.
A with the very teeth, γυναῖκες αὐτοδὰξ ὠργισμέναι women angered even to biting, Ar.Lys.687; τὸν αὐτοδὰξ τρόπον your ferocious temper, Id.Pax607.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αυτοδάξ — αὐτοδάξ επίρρ. (Α) φρ. 1. «γυναῑκες αὐτοδὰξ ὠργισμέναι» τόσο οργισμένες, έτοιμες να δαγκώσουν (Αριστοφ.) 2. «τὸν αὐτοδὰξ τρόπον» τον άγριο χαρακτήρα σου. [ΕΤΥΜΟΛ. < αυτο * + δαξ επίρρ. «με τα δόντια» < δάκνω] …   Dictionary of Greek

  • αὐτοδάξ — with the very teeth indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.